Ελληνική Ιστορία 1940-49 .Ένα έθνος σε κρίση

Ελένη Βαλλιάνου .Ελληνικής καταγωγής ηρωίδα της Γαλλικής Αντίστασης

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Ελένη Βαλλιάνου .Ελληνικής καταγωγής ηρωίδα της Γαλλικής Αντίστασης

Δημοσίευση  ΔΑΙΔΑΛΟΣ Την / Το Παρ Αυγ 16, 2013 10:16 pm


Η Ελένη Βαλλιάνου (Hélène Vagliano) γεννήθηκε το 1909 στο Παρίσι. Ήταν κόρη του κεφαλλονίτη πλοιοκτήτη Μαρίνου Βαλλιάνου και της Δανάης Βαλλιάνου. Η οικογένειά της ζούσε σε ένα πολυτελέστατο σπίτι στο Άσκοτ της Αγγλίας, όπου η μικρή Ελένη πέρασε τα παιδικά της χρόνια.

Το 1924 οι γονείς της, λάτρεις του γκολφ, μετακόμισαν στις Κάννες της γαλλικής Ριβιέρας για να μπορούν να επιδίδονται και τον χειμώνα στο αγαπημένο τους άθλημα. Η 15χρονη Ελένη παρέμεινε στο Άσκοτ, όπου συνέχισε τις σπουδές της, εσώκλειστη στο τοπικό σχολείο St. George’s School. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή μεταξύ των συμμαθητών της. Έπαιζε υπέροχο πιάνο, μιλούσε με ευχέρεια γαλλικά και αγγλικά και συμμετείχε στα αθλητικά δρώμενα του σχολείου της με την ομάδα του λακρός.

Το 1927, η 18χρονη πλέον Ελένη ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Άσκοτ και μετακόμισε στο σπίτι των γονιών της στις Κάννες. Ήταν ένα αρχοντικό στην περιοχή στην περιοχή Καλιφορνί, με την ονομασία Βίλα Σανφλερί (Villa Champfleuri). Ξεχώριζαν η μεγάλη πισίνα, οι λιμνούλες με τα φλαμίνγκος και ο εντυπωσιακός κήπος, ο οποίος αργότερα κηρύχτηκε διατηρητέος. Ένας αληθινός επίγειος παράδεισος για την οικογένεια Βαλιάνου. Ο πατέρας της ήταν ήδη πρωταθλητής του γκολφ και πρόεδρος του τοπικού συλλόγου και η μητέρας της επικεφαλής της τοπικής γυναικείας ομάδας του γκολφ.

Η νεαρή Ελένη έζησε μια ανέμελη ζωή τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Τρελαινόταν για θαλάσσιες βόλτες με το ταχύπλοο που της χάρισε ο πατέρας της και αγαπ0υσε με πάθος την ορειβασία. Συχνά έγραφε άρθρα για την εφημερίδα των αποφοίτων του σχολείου της και μετέφραζε άρθρα στη γραφή Μπράιγ για τις εφημερίδες των τυφλών. Αναμίχθηκε στο κίνημα του προσκοπισμού, αλλά και στα κοινά της αγγλικής κοινότητας των Καννών.

Η ζωή της έλαβε διαφορετική τροπή με την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939. Μαζί με τη μητέρα της βοηθούσε εθελοντικά τους γάλλους στρατιώτες που στέλνονταν στο μέτωπο της Ιταλίας. Από το καλοκαίρι του 1940, όταν η Γαλλία βρέθηκε κάτω από τη γερμανική κατοχή, ο γαλλικός λαός άρχισε να οργανώνει την αντίστασή του στη δωσιλογική κυβέρνηση του Βισύ. Η Ελένη, με νεανική ορμή, πνεύμα αγωνιστικό και θάρρος αξιοζήλευτο, συμμετέχει στο αντιστασιακό κίνημα των «Μακί» της περιοχής της και σύντομα αναδείχνεται ηγετικό στέλεχος, παρά τη νεαρή της ηλικία.

Η παράτολμη, όμως, δράση της κινητοποίησε τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις στις Κάννες. Στις 28 Ιουλίου 1944 συνελήφθη από άνδρες της οργάνωσης Λεγεώνα των Γάλλων Εθελοντών κατά του Μπολσεβικισμού του πρώην κομμουνιστή βουλευτή Ζακ Ντοριό, που συνεργάζονταν με τις κατοχικές δυνάμεις. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν και οι γονείς της, σε μια προσπάθεια να της ασκηθεί πίεση και να καταδώσει τους συντρόφους της.

Έως τις 15 Αυγούστου την υπέβαλλαν σε φρικτά βασανιστήρια στο τοπικό αρχηγείο της Γκεστάπο, χωρίς να μπορέσουν να κάμψουν το ηθικό της ή να της αποσπάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία για τους συντρόφους της. Ανήμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και λίγες μόνο ώρες προτού εισέλθουν τα συμμαχικά στρατεύματα στις Κάννες, την εκτέλεσαν έξω από την πόλη, μαζί με 23 άλλους συγκρατούμενούς της.

Η πάνδημη κηδεία της έγινε έξι εβδομάδες μετά την εκτέλεσή της, στον Ρωσικό Ορθόδοξο Ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις απελευθερωμένες Κάννες. Το φέρετρό της ήταν τυλιγμένο με την τρίχρωμη γαλλική σημαία, ενώ οι σύντροφοί της στην αντίσταση απέδιδαν τιμές. Μια χορωδία τραγούδησε το Ave Maria και το αγαπημένο της κομμάτι Viens Douce Mort, σύνθεση του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Βρίσκεται θαμμένη σε κρύπτη του Ναού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπου κάθε χρόνο τον Δεκαπενταύγουστο γίνεται επιμνημόσυνη δέηση στη μνήμη της.

Οι εφημερίδες της εποχής χαρακτήρισαν την Ελένη Βαλλιάνου ως νέα Ζαν ντ’ Αρκ. Η Γαλλική κυβέρνηση της απένειμε μετά θάνατον το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και τον Πολεμικό Σταυρό του Φοίνικα. Στις Κάννες ένας δρόμος φέρει το όνομά της (rue Hélène Vagliano. Τον Αύγουστο του 2002 έγιναν αποκαλυπτήρια τιμητικής πλάκας στον αύλειο χώρο του Δημαρχείου Λειβαθούς στις Κεραμιές Κεφαλληνίας, πατρίδα του εθνικού ευεργέτη Παναγή Βαλλιάνου (Εθνική Βιβλιοθήκη στην Αθήνα), πρόγονου της Ελένης Βαλλιάνου.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/512#ixzz2cCjaBNVi

Παραθέτουμε πιο κάτω ολόκληρο το κείμενο της αφήγησης της Δανάης Βαλλιάνου, μητέρας της Ελένης, σχετικά με τη σύλληψη, τα βασανιστήρια και τη δολοφονία της κόρης της από την Γκεστάπο.

Στις 29 Ιουλίου του 1944, ώρα 11.30 το πρωί, πέντε πράκτορες της Γκεστάπο έφτασαν στο «Centre d' Entr' Aide pour les Familles et les Enfants des Prisonniers» (Κέντρο Αλληλοβοήθειας για τις Οικογένειες και τα Παιδιά των Αιχμαλώτων) που βρίσκεται στην οδό Teissere των Καννών (Alpes Maritimes) και συνέλαβαν την κόρη μου, Hélène Vagliano, η οποία εργαζόταν εκεί από το 1941. Η κόρη μου ήταν δραστήριο μέλος της Αντίστασης και σύνδεσμος των Συμμάχων. Αυτοί οι άντρες ανήκαν στην Αντι-Μπoλσεβίκικη Λεγεώνα WSS και ήταν άνθρωποι της Γκεστάπο. Ο επικεφαλής τους ήταν ένας αδυσώπητος αρχι-βασανιστής. Την κόρη μου την είχαν καταδόσει και αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι ήξερε τα ονόματα και τις διευθύνσεις πολλών αντιστασιακών. 'Ηξεραν επίσης, ότι είχε στείλει επιστολές με δικούς της συνδέσμους της στο εξωτερικό και σε διάφορα σημεία της Γαλλίας. Η κόρη μου οδηγήθηκε από αυτούς τους άντρες στο Αρχηγείο της Γκεστάπο στη Villa Montfleury στις Κάννες. Εκεί τέθηκε σε απομόνωση σε ένα μικρό κελί. Κάθε μισή ώρα, οι άνθρωποι αυτοί ερχόντουσαν στο κελί της για να την ανακρίνουν.

Επειδή αρνιόταν να απαντήσει, τη χτυπ0ύσαναν ανελέητα με μπαστούνια και τρία δεμένα μεταξύ τους μαστίγια. Κρατούμενοι σε γειτονικά κελιά την άκουσαν να κλαίει με αναφιλητά όλη τη νύχτα. Οι πράκτορες της Γκεστάπο ήρθαν στο σπίτι μας, την ίδια ημέρα, 29 Ιουλίου, στις 12.30, για να συλλάβουν τον άντρα μου κι εμένα. Δεν μας άφησαν να πάρουμε μαζί μας ούτε μια τσάντα, ούτε ρούχα, μόνο τα μαντήλια μας! Στη μητέρα μου, ηλικίας 80 ετών, παρ' όλη την κακή κατάσταση της υγείας της, απαγορεύτηκε από τον αρχηγό της Gestapo να επισκεφθεί έναν γιατρό. Δύο ένοπλοι πράκτορες παρέμειναν στο σπίτι ! Το δωμάτιο της κόρης μου λεηλατήθηκε και όλα τα πολύτιμα πραγματά της κλάπηκαν από αυτούς τους ίδιους άντρες. Εμείς οδηγηθήκαμε με τη σειρά μας στο αρχηγείο της Γκεστάπο στο Montfleur όπου μας έβαλαν σε ένα κελί με άλλους επτά άντρες. Τη Δευτέρα 31 Ιουλίου, μας πήραν με την κόρη μας και άλλους κρατούμενους και μας πήγαν με φορτηγό στο Grasse (κοντά στις Κάννες), στην κεντρική φυλακή. Με έβαλαν στην απομόνωση σε ένα βρώμικο κελί ακριβώς κάτω από το δωμάτιο των ανακρίσεων.

Το έκαναν επίτηδες γιατί από εκεί θα μπορούσα να ακούω τα πάντα μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα. Νόμιζαν ότι αργότερα θα πίεζα την κόρη μου να καταγγείλει τους συντρόφους της. 'Ολο το απόγευμα, ανά μισή ώρα, άκουγα τη φωνή του παιδιού μου να λέει : "Δεν ξέρω" και μετά από λίγο: «Ω μην το κάνετε αυτό!" και στη συνέχεια κραυγές απελπισίας. 'Εγδυσαν τελείως την κόρη μου μπροστά σε δέκα άνδρες και τον αρχηγό τους και έκαψαν ολό της το σώμα με κόκκινα καυτά σίδερα σημαδεύοντας τα μάγουλά της. Όταν με κάλεσαν εκείνη δεν ήταν εκεί. Ο Αρχηγός μου ζήτησε να υπογράψω ένα χαρτί για να καταγγείλω κάποιους φίλους μας που ήταν Γάλλοι, και που πίστευε πως ήταν με το μέρος των Συμμάχων, και να δώσω επίσης κάποιες πληροφορίες σχετικά με τη δράση του παιδιού μου. Όλα αυτά αρνήθηκα να τα κάνω. Στη συνέχεια, αυτό το γερμανικό κτήνος άρχισε να με χτυπάει επανειλημμένα στο πρόσωπο σε σημείο που με δυσκολία μπορούσα να βλέπω. Αργότερα με έστειλε πίσω στο κελί μου. Ο σύζυγός μου υποβλήθηκε στην ίδια μεταχείριση.

Μας είπαν ότι θα μας εκτελούσαν όλους την επόμενη μέρα. Το επόμενη πρώτο πρωί του Αυγούστου του 1944 μας μετέφεραν όλους μέσα σε ένα κλειστό φορτηγό στην έδρα της Γκεστάπο στο Cimiez (Villa Trianon), πάνω από τη Νίκαια. 'Ημασταν χωρίς φαγητό δύο μέρες, αλλά και χωρίς νερό, παρ' όλη την αποπνικτική ζέστη μέσα στα κελιά. Μας κράτησαν στη Villa Trianon από τις 2,30 μέχρι τις 6,30. Όλοι έπρεπε να υπογράψουμε με τα ονόματά μας. Στις 6,30 μας μετέφεραν πάλι σε ένα φορτηγό που το φρουρούσε ένας άνδρας με ένα μικρό πολυβόλο στη μεγάλη φυλακή της Νίκαιας (Nouvelles Prisons, Γερμανικό Τμήμα). Εκεί μας έριξαν σε διάφορα κελιά, όλα βρώμικα, γεμάτα κατσαρίδες. Για κρεβάτια είχαμε κάτι αχυρένιους σάκους γεμάτους ψύλλους και παράσιτα. Δεν υπήρχε συστήμα υγιεινής, παρά μόνο ένας κουβάς, μία μικρή σκουριασμένη βρύση και μια μικρή λεκάνη από κάτω για να πλενόμαστε, αλλά και για να πίνουμε νερό. Δεν υπήρχε άλλη τροφή εκτός από ένα μαύρο υγρό και ξινό ψωμί τρεις φορές την ημέρα. Κανένας εγκληματίας στην Αγγλία ή την Αμερική δεν θα μπορούσε να ζήσει για πολύ κάτω απ' αυτές τις τρομερές συνθήκες. Οι κρατούμενοι έπρεπε να καθαρίζουν τα κελιά τους χωρίς πανιά, σαπούνι, ή κουβάδες του νερού, μόνο με μισή σπασμένη σκούπα. Σε κανέναν κληρικό δεν επετράπη να επισκεφθεί τους φυλακισμένους, αλλά ούτε και σε κανέναν άλλον επισκέπτη.

Τη νύχτα, κατά διαστήματα, οι στρατιώτες ερχόντουσαν και έριχναν ένα φως στα πρόσωπά μας. Στις 6 Αυγούστου του 1944, ο σύζυγός μου και εγώ αφέθηκαμε ελεύθεροι. Πριν φύγουμε από τη φυλακή, μας οδήγησαν σε ένα κελί στη Villa Trianon, στο Cimiez, όπου περιμέναμε. Εκεί βρήκα την κόρη μου. Τα χέρια, τα πόδια της, οι μηροί και ο λαιμός της έμοιαζαν με ωμό κρέας και ήταν φοβερά πρησμένα. Τα πόδια της ήταν επίσης σε φοβερή κατάσταση, μετα το φρικτό ξυλοδαρμό στις Κάννες, στη Γκεστάπο, και τα εγκαύματα που υπέστη στο Grasse, την επόμενη μέρα. 'Ηταν τρομερό να βλέπεις δύο εγκαύματα στο μικρό ζαρωμένο της πρόσωπο ! Με διέταξαν να βγω από το κελί μου χωρίς να με αφήσει ο στρατιώτης της Gestapo να φιλήσω την κόρη μου. Δεν την είδαμε ποτέ ξανά! Γυρίσαμε στο σπίτι μας στις Κάννες και λίγες μέρες αργότερα πληροφορηθήκαμε από ένα γράμμα της κόρης μας όλο αγωνία πως η Γκεστάπο επρόκειτο να μας ξαναπιάσει και να μας κρατήσει μέχρι το τέλος του πολέμου, επειδή είχαμε παραπονεθεί για την κακομεταχείριση.

Εμείς δεν είχαμε κάνει κάτι τέτοιο, αλλά καθώς είχαμε επιστρέψει στις Κάννες με λεωφορείο, οι επιβάτες είχαν δει τα μαύρα και μπλε πρόσωπά μας και τη γενική μας κατάσταση και το είχαν σχολιάσει. (Το γράμμα της κόρης μου είχε σταλεί παράνομα). Ποτέ δεν έλαβε τα δικά μου γράμματα. Στις 15 Αυγούστου, η κόρη μου ακούσε πως οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβασθεί. Μία γυναίκα που μοιραζόταν το κελί της μου το είπε αυτό αργότερα. Αυτή η γυναίκα ήταν όμηρος, επειδή ο άνδρας της μετείχε στην Αντίσταση του βουνού. Φαίνεται πως μία φωνή έξω από την φυλακή είχε ανακοίνωσει πως οι Αμερικανοί είχαν φτάσει στο Frejus. Η κόρη μου και η συγκρατουμενή της τρελάθηκαν από τη χαρά τους. "Τώρα θα μας απελευθερώσουν !", είπαν. Η κόρη μου φαινόταν μεταμορφωμένη παρ' όλο που ανακρινόταν νωρίς κάθε μέρα. Συνέβαινε συχνά να πρέπει να περάσει και όλη την ημέρα εκεί (στη Villa Trianon). Δεν έδιναν φαγητό για να κάμψουν το ηθικό των κρατουμένων και να μειώσουν τη ζωτικοτητά τους. Η κόρη μου, κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, αρνήθηκε να δώσει οποιοδήποτε όνομα ή διεύθυνση στον ανακριτή της Γκεστάπο, γιατί ήξερε πως αν το έκανε εκατοντάδες άνθρωποι που ανήκαν στην Αντίσταση και σε άλλες υπηρεσίες θα είχαν συλληφθεί, βασανιστεί και εκτελεστεί! Δεν μπορούσε να τους προδώσει, όσο κι αν την εγκατέλειπαν οι δυνάμεις της, κι όσο αδύναμη κι αν ήταν, αλλά το μυαλό της παρέμενε καθαρό.

Την ίδια αυτή μέρα, στις 15 Αυγούστου, στις τρεις η ώρα, ένας στρατιώτης πήγε να πάρει την κόρη μου. Αργότερα, ένας άνθρωπος που έχει ένα κομμάτι γης και ένα μικρό σπίτι κοντά στην Ariane, ένα μικρό λόφο πάνω από τη Νίκαια, είδε ένα μαύρο φορτηγό. Αυτός ο άνθρωπος αποσύρθηκε στο σπίτι του. Στη συνέχεια, άκουσε τον ήχο των πολυβόλων και λίγο μετά τους πυροβολισμούς από τα περίστροφα. Το φορτηγό έφυγε και ο οδηγός του ενημέρωσε την αστυνομία της Νίκαιας ότι κάτι πτώματα βρίσκονταν στην Ariane. Εν τω μεταξύ, ο άνθρωπος που είχε το σπίτι κοντά στο χωράφι βγήκε έξω και είδε είκοσι τρία κορμιά που κείτονταν εκεί, αναμεσά τους και η κόρη μου, που αφού δέχθηκε τα πυρά του πολυβόλου εκτελέστηκε με μια σφαίρα στο πίσω μέρος του λαιμού της.

Κοντά της ήταν τα άλλα θύματα: ένας παππάς που το μόνο εγκλημά του ήταν να θάψει δύο άντρες της Αντίστασης, δύο αγόρια 16 και 18 ετών, δύο νεαρές γυναίκες της Αντίστασης, ένας ξάδελφος του Στρατηγού De Lattre de Tassigny, ηλικίας 57 ετών, ένας Ταγματάρχης εν αποστρατεία που τον είχαν πιάσει όμηρο επειδή ο γιος του είχε ενταχθεί στην Αντίσταση και άλλοι Μάρτυρες.

Η κόρη μου έφυγε από το σπίτι μας το πρωί της 29ης Ιουλίου στις 10.30, ευτυχισμένη, υγιής και γεμάτη από τη χαρά της ζωής γιατί ήξερε πως η λύτρωση θα ερχόταν σύντομα. Επέστρεψε στις Κάννες στις 30 Σεπτεμβρίου μέσα σε ένα φέρετρο που το κάλυπτε η γαλλική σημαία. Βεβαιώνω την αλήθεια όλων αυτών των γεγονότων! Δεν υφίσταται καμιά υπερβολή. Δεν χρειάζεται να υπερβάλλουμε για τους αγαπημένους μας όταν είναι νεκροί και εν ειρήνη μετά το μαρτυριό τους!

Υπογραφή: Danaë VAGLIANO (Madame M. VAGLIANO)

Η παραπάνω βεβαίωση μοιράστηκε στους φίλους και το προσωπικό της οικογένειας Vagliano. Το συγκεκριμένο αντίγραφο δόθηκε στον σοφέρ τους, τον κ. Wicks. (Μετάφραση του ντοκουμέντου που δημοσίευσε το Experience Centre The Second World War).


Πηγή: www.lifo.gr


Arrow   http://www.perfumefromprovence.com/vagliano.htm
avatar
ΔΑΙΔΑΛΟΣ

Αριθμός μηνυμάτων : 2845
Ημερομηνία εγγραφής : 28/03/2010
Τόπος : daidalakos@yahoo.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης