Ελληνική Ιστορία 1940-49 .Ένα έθνος σε κρίση

Ενωχ Παουελ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Ενωχ Παουελ

Δημοσίευση  Theseus Την / Το Παρ Φεβ 08, 2013 10:35 am

Ο Enoch Powell (1912 – 1998) ήταν Βρετανός πολιτικός, κλασικός φιλόλογος, (έγινε καθηγητής Αρχαίων Ελληνικών στα 25 του χρόνια!) ποιητής και συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στον βρετανικό στρατό φτάνοντας μέχρι το βαθμό του ταξιάρχου στα 30 του. Για 24 χρόνια ήταν βουλευτής των Συντηρητικών, έχοντας διατελέσει και υπουργός Οικονομικών το 1957 και Υγείας το 1960.

Έμεινε περισσότερο γνωστός για τον μνημειώδη λόγο του «Ποταμοί Αίματος» (‘Rivers of Blood’) από την Αινιάδα του Βιργιλίου, τον οποίον εκφώνησε στις 20 Απριλίου 1968, στο Birmingham, στην πόλη που γεννήθηκε.

Ήταν η εποχή που το Εργατικό κόμμα ετοιμαζόταν να ψηφίσει τον νόμο των λεγομένων «Φυλετικών σχέσεων» (Race Relations Bill). Το Συντηρητικό κόμμα αντιτίθεται στον νόμο και συγκαλεί Κεντρική Επιτροπή στο Birmingham. Ο Enoch Powell πηγαίνει εκεί και προκαλεί σεισμό, καθώς με τον «προφητικό» του λόγο προειδοποιεί για αυτό που θα ερχόταν στο μέλλον: η μετανάστευση θα προκαλέσει ολική μεταμόρφωση της Βρετανίας, οι Άγγλοι θα ζήσουν σε πόλεις-γκέτο, περικυκλωμένοι από τους μετανάστες, προσθέτοντας ότι ήδη υπάρχουν περιοχές όπου οι λευκοί Άγγλοι είναι μειονότητα. Ζήτησε να κλείσουν τα σύνορα στους μετανάστες και να υπάρξουν απελάσεις, αλλιώς θα υπάρξουν «ποταμοί αίματος» στην Βρετανία σε λίγες δεκαετίες.

Ο Powell καταχειροκροτήθηκε από τους συντηρητικούς συνέδρους και έδωσε συνέντευξη στο BBC, επεξηγώντας περαιτέρω τις θέσεις του. Είχε ήδη όμως προκαλέσει την οργή του πολιτικού κατεστημένου της Μεγάλης Βρετανίας. Την επόμενη ημέρα, ένας οχετός ύβρεων και απειλών ξεκίνησε εναντίον του από τους Εργατικούς, με τις γνωστές πομφόλυγες περί «ρατσισμού» και «ξενοφοβίας», ενώ ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Τζέρεμυ Θορπ είπε ότι πρέπει να διωχθεί δικαστικώς καθώς εξωθεί σε αναταραχές. Η εφημερίδα ‘The Times’ ονόμασε τον λόγο του «σατανικό»,(“an evil speech”) και έγραψε, “Αυτή είναι η πρώτη φορά που ένας σοβαρός Βρετανός πολιτικός κάνει έκκληση για ‘φυλετικό μίσος’ με τόσο άμεσο τρόπο στην μεταπολεμική ιστορία μας.”

Τελικά, ο ηγέτης των Συντηρητικών, Edward Heath, υπέκυψε στην αριστερή προπαγάνδα, απομακρύνοντας τον Powell από την θέση του σκιώδους υπουργού Εθνικής Αμύνης. Πολλοί συντηρητικοί βουλευτές υπερασπίσθηκαν τον Powell, μεταξύ των οποίων και η Margaret Thatcher.

Όμως οι απλοί Βρετανοί συμφωνούσαν με τον Πάουελ και εκδήλωσαν έμπρακτα την υποστήριξή τους. 1000 λιμενεργάτες πραγματοποίησαν πορεία υπέρ του Πάουελ από την εργατική συνοικία East End προς το Παλάτι του Ουέστμινστερ. Εργάτες σε εργοστάσια σε όλη την χώρα κατέβηκαν σε απεργία υπέρ του Πάουελ. Μέσα σε 5 ημέρες ο Πάουελ έλαβε 30.000 γράμματα υποστήριξης και μόλις 30 διαμαρτυρίας. Σε σχετικό γκάλοπ το 74% των Βρετανών συμφωνούσε με την ομιλία του και το 83% πίστευε ότι η μετανάστευση πρέπει να περιοριστεί. Τελικά όμως το κατεστημένο κατόρθωσε να επιβάλλει την πολιτική του. Το 1974 ο Πάουελ εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση από το Συντηρητικό Κόμμα, λόγω της διαφωνίας του στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Δυστυχώς για την Μεγάλη Βρετανία οι προβλέψεις του Πάουελ αποδείχθηκαν όχι υπερβολικές, αλλά μετριοπαθείς. Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το 14% περίπου του πληθυσμού της χώρας αποτελείται από μετανάστες (άνω του 10% που προέβλεπε ο Πάουελ). Στο Λονδίνο το ποσοστό των μεταναστών είναι 40%. Το Μπίρμινγκχαμ, η πόλη που γεννήθηκε ο Πάουελ και στην οποία εκφώνησε τον ιστορικό λόγο του, θα έχει το 2024 πληθυσμό κατά πλειοψηφία μεταναστών. Στην εκλογική περιφέρεια του Γούλβερχαμπτον που εκλεγόταν επί πολλά έτη ο Πάουελ με το Συντηρητικό Κόμμα, η υποψήφια των Συντηρητικών το 2005 ήταν μία Ινδή. Στην Βρετανία λειτουργούν σήμερα 1600 τζαμιά και το Λονδίνο αποκαλείται ειρωνικά από τους ίδιους τους κατοίκους του «Λονδονιστάν» εξαιτίας του πλήθους των μουσουλμάνων μεταναστών. Στις 7 Ιουλίου 2005 4 μουσουλμάνοι από οικογένειες μεταναστών πραγματοποίησαν επιθέσεις αυτοκτονίας στο μετρό του Λονδίνου, στις οποίες σκοτώθηκαν 52 και τραυματίστηκαν περίπου 700. Ο Πάουελ είχε δίκιο. Η χαλαρή μεταναστευτική πολιτική απέτυχε και η Βρετανία πληρώνει τις συνέπειες. «Ο Τίβερης αφρίζει με αίμα».




Παρακάτω είναι τα κυριότερα αποσπάσματα από τους «Ποταμούς Αίματος» (“Rivers of Blood” speech) του Enoch Powell, ομιλία που έγινε σε μια συνάντηση Ένωσης Συντηρητικών στο Birmingham στις 20 Απριλίου 1968. Εδώ όλη η ομιλία του.

«Η υπέρτατη λειτουργία της πολιτικής ικανότητας είναι να προλαμβάνει το κακό. Στην προσπάθειά της να το πράξει, συναντά εμπόδια τα οποία είναι βαθιά ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση.

Το ένα είναι ότι από την ίδια την τάξη των πραγμάτων τέτοια δεινά δεν είναι απτά, μέχρι να προκύψουν: σε κάθε στάδιο της εμφάνισής τους, υπάρχει περιθώριο για αμφιβολία και για διένεξη είτε πρόκειται για κάτι πραγματικό ή για κάτι φανταστικό. Με την ίδια λογική, προσελκύουν λίγη προσοχή σε σύγκριση με τα τρέχοντα προβλήματα, τα οποία είναι τόσο αναμφισβήτητα όσο και πιεστικά: και έτσι ο πειρασμός που εκδηλώνεται σε όλους τους πολιτικούς είναι να ασχοληθούν με το άμεσο παρόν σε βάρος του μέλλοντος.

Πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να κάνουν λάθος πρόβλεψη για τα προβλήματα που προκαλούν προβλήματα.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για τα μελλοντικά δεινά που μπορούν, με προσπάθειες τώρα, να αποφευχθούν, είναι το πιο δημοφιλές και ταυτόχρονα το πιο απαραίτητο στοιχείο του πολιτικού. Όσοι εν γνώσει την αποφεύγουν αξίζουν, και όχι σπάνια λαμβάνουν, τις κατάρες των επερχόμενων γενιών.

Μια εβδομάδα ή δύο πριν, είχα μια συνομιλία με ένα μεσήλικα, αρκετά συνηθισμένο εργαζόμενο άνθρωπο που δουλεύει σε μία από τις εθνικοποιημένες βιομηχανίες μας.

Αφού μου είπε κάτι για τον καιρό, ξαφνικά μου λέει: «Αν είχα τα χρήματα για να φύγω, δεν θα έμενα σε αυτή τη χώρα». Εγώ έδωσα μια απάντηση υπό την έννοια ότι ακόμα και αυτή η κυβέρνηση δεν θα διαρκέσει για πάντα, αλλά δεν έδωσε σημασία και συνέχισε: «Έχω τρία παιδιά, όλοι τους έχουν πάει σχολείο και δύο από αυτά είναι παντρεμένα τώρα και έχουν οικογένεια . Δεν θα είμαι ικανοποιημένος μέχρι να τα δω όλα να φύγουν στο εξωτερικό. Σε αυτή τη χώρα σε διάστημα 15 ή 20 χρόνια οι μαύροι θα έχουν το πάνω χέρι σε σχέση με τους λευκούς».

Ακούω ήδη την χορωδία της απέχθειας. Πώς τολμώ να λέω ένα τέτοιο φρικτό πράγμα; Πώς τολμώ να προκαλώ προβλήματα και να ερεθίζω τα συναισθήματα με την επανάληψη μιας τέτοιας συζήτησης;

Η απάντηση είναι ότι δεν έχω το δικαίωμα να μην το πράξω. Αυτός είναι ένας αξιοπρεπής, απλός συμπολίτης μας Άγγλος, ο οποίος μέρα μεσημέρι στην πόλη μου, λέει σε μένα, ένα μέλος του Κοινοβουλίου, ότι δεν αξίζει τα παιδιά του να ζουν στη χώρα του.

Δεν μπορώ λοιπόν να έχω το δικαίωμα να σηκώνω τους ώμους μου και να σκεφτώ κάτι άλλο. Αυτό που λέει, είναι κάτι που λένε και σκέφτονται χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες – και όχι ίσως σε όλη τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά στις περιοχές οι οποίες ήδη έχουν υποστεί συνολικό μετασχηματισμό ο οποίος δεν έχει ξαναγίνει σε χίλια χρόνια της αγγλικής ιστορίας.

Σε 15 ή 20 χρόνια, με τις σημερινές τάσεις, θα υπάρχουν σε αυτή τη χώρα τριάμισι εκατομμύρια μετανάστες και απόγονοί τους. Αυτά δεν είναι δικά μου νούμερα. Αυτός είναι ο επίσημος αριθμός που δίνεται στο Κοινοβούλιο από τον εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Μητρώου.

Δεν υπάρχουν συγκρίσιμα επίσημα στοιχεία για το έτος 2000, αλλά πρέπει να είναι στην περιοχή από πέντε έως επτά εκατομμύρια, περίπου το ένα δέκατο του συνόλου του πληθυσμού, και προσεγγίζει εκείνο της ευρύτερης περιοχής του Λονδίνου. Φυσικά, δεν θα είναι ομοιόμορφα κατανεμημένοι. Ολόκληρες περιοχές, πόλεις και μέρη των πόλεων σε ολόκληρη την Αγγλία θα καταληφθούν από τμήματα μεταναστών και απογόνων τους.

Καθώς ο χρόνος θα συνεχίζεται, το ποσοστό αυτό θα αυξάνεται ραγδαία. Ήδη από το 1985 οι μετανάστες που θα γεννιούνται εδώ θα αποτελούν την πλειοψηφία. Είναι αυτό το γεγονός το οποίο δημιουργεί την εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη να δράσουμε τώρα.

Το φυσικό και λογικό πρώτο ερώτημα που ένα έθνος αντιμετωπίζει σε μια τέτοια προοπτική είναι να ρωτήσει: «Πώς μπορούν αυτές οι διαστάσεις να μειωθούν;» Τι πρέπει να γίνει για να υπάρξει περιορισμός, έχοντας κατά νου ότι οι αριθμοί είναι η ουσία: η σημασία και οι συνέπειες του αλλοδαπού στοιχείου που εισάγεται σε μια χώρα όταν το στοιχείο αυτό είναι το 1/10 του πληθυσμού.

Η απάντηση στο απλό και λογικό ερώτημα είναι εξίσου απλή και λογική: με το να παύσει, ή σχεδόν να σταματήσει η περαιτέρω εισροή, και με το να προωθηθεί η μέγιστη εκροή. Και οι δύο απαντήσεις είναι μέρος της επίσημης πολιτικής του Συντηρητικού Κόμματος.

Αυτή τη στιγμή 20 ή 30 επιπλέον παιδιά μεταναστών έρχονται από το εξωτερικό στο Wolverhampton και αυτό μόνο κάθε εβδομάδα. Πρέπει να είναι τρελό, τρελό κυριολεκτικά, ένα έθνος να επιτρέπει την ετήσια εισροή περίπου 50.000 εξαρτωμένων ατόμων, τα οποία είναι ως επί το πλείστον το υλικό της μελλοντικής ανάπτυξης του μεταναστευτικού πληθυσμού. Είναι σαν να παρακολουθούμε ένα έθνος να ετοιμάζει δραστήρια τη δική του νεκρική πυρά. Τόσο παράφρονες όμως είμαστε που στην πραγματικότητα επιτρέπουμε ανύπανδρα άτομα να μεταναστεύσουν για τους σκοπούς της ίδρυσης μιας οικογένειας με συζύγους και φιλενάδες τις οποίες δεν έχουν δει ποτέ.

Όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την είσοδο πολιτών της Κοινοπολιτείας, με σκοπό τη μελέτη ή τη βελτίωση των προσόντων τους, όπως (για παράδειγμα) οι γιατροί της Κοινοπολιτείας οι οποίοι, προς όφελος των χωρών τους , ήρθαν στα δικά μας νοσοκομεία για να προοδεύσουν ταχύτερα. Αυτοί δεν είναι, και δεν υπήρξαν ποτέ, μετανάστες.

Έρχομαι στην επανα-μετανάστευση. Αν όλη η μετανάστευση έληγε αύριο, ο ρυθμός αύξησης των μεταναστών και των απογόνων των μεταναστών θα μειώνονταν σημαντικά, αλλά η προοπτική του μεγέθους αυτού του στοιχείου του πληθυσμού, θα εξακολουθούσε να άφηνε το βασικό χαρακτήρα του εθνικού κινδύνου ανεπηρέαστο.

Ως εκ τούτου, είναι επείγον να εφαρμοστεί τώρα το δεύτερο στοιχείο της πολιτικής του Συντηρητικού Κόμματος: η ενθάρρυνση της εκ νέου μετανάστευσης.

Κανείς δεν μπορεί να κάνει μια εκτίμηση των αριθμών που, με τη γενναιόδωρη βοήθεια, θα επιλέξουν είτε να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους ή να πάνε σε άλλες χώρες που ζητούν να λάβουν το ανθρώπινο δυναμικό και τις δεξιότητες που εκπροσωπούν.

Κανείς δεν γνωρίζει, καθώς δεν υπάρχει τέτοια πολιτική ακόμη. Μπορώ να πω μόνο ότι, ακόμα και προς το παρόν, οι μετανάστες στη δική μου εκλογική περιφέρεια από καιρό σε καιρό έρχονται σε μένα, ρωτώντας αν μπορώ να τους βοηθήσω για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Αν μια τέτοια πολιτική, θεσπιστεί και επιδιωχθεί με αποφασιστικότητα, η συνακόλουθη εκροή θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τα δεδομένα.

Το τρίτο στοιχείο της πολιτικής του Συντηρητικού Κόμματος είναι ότι όλοι όσοι είναι σε αυτή την χώρα, ως πολίτες θα πρέπει να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διακρίσεις ή διαφορά μεταξύ τους από τη δημόσια αρχή. Όπως ο κ. Heath το έθεσε δεν θα έχουμε «πρώτης κατηγορίας πολίτες» και «πολίτες δεύτερης κατηγορίας». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μετανάστες και οι απόγονοί τους πρέπει να εξελιχθούν σε μία προνομιακή τάξη ή ότι οι πολίτες πρέπει να χάσουν το δικαίωμά τους να κάνουν διακρίσεις μεταξύ των συμπολιτών τους στην διαχείριση των υποθέσεών τους ή να υποβάλλονται σε Ιερά Εξέταση για τα αίτια και τα κίνητρα που επέλεξαν να συμπεριφερθούν με τον ένα νόμιμο τρόπο και όχι με τον άλλο.

Τίποτα δεν είναι πιο παραπλανητικό από την σύγκριση μεταξύ των μεταναστών της Κοινοπολιτείας στη Βρετανία και των Νέγρων στην Αμερική. Ο πληθυσμός των Νέγρων των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος υπήρχε ήδη πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνουν έθνος, ξεκίνησε κυριολεκτικά ως σκλάβοι και τους δόθηκαν αργότερα πολιτικά δικαιώματα. Ο μετανάστης της Κοινοπολιτείας ήρθε στη Βρετανία ως πλήρης πολίτης, σε μια χώρα η οποία δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ του ενός πολίτη και του άλλου, και έγινε αμέσως φορέας των δικαιωμάτων του κάθε πολίτη, από το δικαίωμα ψήφου έως την δωρεάν περίθαλψης.

Αλλά ενώ, για τον μετανάστη, η είσοδος στη χώρα αυτή ήταν μια είσοδος στα προνόμια και τις ευκαιρίες, οι επιπτώσεις επί του υπάρχοντος πληθυσμού ήταν πολύ διαφορετική. Για λόγους που δεν μπορούν να κατανοήσουν και χωρίς ποτέ να τους ζητηθεί η γνώμη, βρέθηκαν να γίνονται ξένοι στην ίδια τους τη χώρα.

Ξαφνικά, βρέθηκαν οι γυναίκες τους να μην μπορούν να αποκτήσουν νοσοκομειακές κλίνες κατά τον τοκετό, τα παιδιά τους να αδυνατούν να εξασφαλίσουν θέσεις στο σχολείο, τα σπίτια και οι γειτονιές τους να αλλάζουν ριζικά, τα σχέδια και οι προοπτικές τους για το μέλλον να διαλύονται. Στην εργασία βρήκαν ότι οι εργοδότες τους δίσταζαν να απαιτούν από το μετανάστη εργάτη τα πρότυπα της πειθαρχίας και τα προσόντα που απαιτούνται από τους γηγενείς εργάτες. Άρχισαν να ακούν, με το πέρασμα του χρόνου, όλο και περισσότερες φωνές που τους έλεγαν ότι ήταν τώρα ανεπιθύμητοι. Τώρα μαθαίνουν ότι ένα μονόδρομο προνόμιο συστήνεται με νόμο της Βουλής. Ένας νόμος που δεν μπορεί, και δεν προορίζεται να, λειτουργήσει για την προστασία τους, αλλά για να δώσει στον ξένο, τον δυσαρεστημένο και το προβοκάτορα τη δύναμη να τους τιμωρήσει για τις πράξεις τους.

Στα εκατοντάδες επί εκατοντάδων γράμματα που έλαβα την τελευταία φορά που μίλησα για το θέμα αυτό δύο ή τρεις μήνες πριν, υπήρξε ένα εντυπωσιακό στοιχείο το οποίο ήταν σε μεγάλο βαθμό νέο και το οποίο θεωρώ δυσοίωνο. Ένα υψηλό ποσοστό απλών, αξιοπρεπών, λογικών ανθρώπων, που έγραφαν μια ορθολογική και συχνά μορφωμένη επιστολή, πίστευαν ότι έπρεπε να παραλείψουν τη διεύθυνσή τους, επειδή ήταν επικίνδυνο να γράψουν επώνυμα σε ένα μέλος του Κοινοβουλίου συμφωνώντας με τις απόψεις που είχα εκφράσει, και ότι θα υπήρχε κίνδυνος κυρώσεων ή αντιποίνων αν γινόταν γνωστό τι έχουν πράξει. Η αίσθηση του να είσαι διωκόμενη μειοψηφία αναπτύσσεται ανάμεσα στους συνηθισμένους Άγγλους είναι κάτι που εκείνοι που δεν διαθέτουν άμεση εμπειρία δύσκολα μπορούν να φανταστούν.

Θα σας μεταφέρω τι λέει ένας:

«Πριν από οκτώ χρόνια σε ένα αξιοσέβαστο δρόμο στο Wolverhampton ένα σπίτι πουλήθηκε σε έναν νέγρο. Τώρα μόνο ένας λευκός ζει εκεί. Και είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα συνταξιούχος. Αυτή είναι η ιστορία της. Έχασε το σύζυγό της και δύο γιους της στον πόλεμο. Έτσι, έκανε το επτά δωματίων σπίτι της, ένα οικοτροφείο. Εργάστηκε σκληρά και τα πήγε καλά, ξεπλήρωσε την υποθήκη της και άρχισε να βάζει κάτι για τα γηρατειά της. Στη συνέχεια, ήρθαν οι μετανάστες Με αυξανόμενο φόβο, είδε να παίρνουν το ένα σπίτι μετά το άλλο. Ο ήσυχος δρόμος έγινε τόπος θορύβου και σύγχυσης. Δυστυχώς, οι λευκοί ενοικιαστές της έφυγαν.

«Την επόμενη μέρα, την ξύπνησαν στις 7 το πρωί δύο νέγροι που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το τηλέφωνό της για να επικοινωνήσουν με τον εργοδότη τους. Όταν αρνήθηκε, καθώς της ήταν ξένοι και η ώρα ήταν ακατάλληλη, την κακοποίησαν και επειδή φοβόταν ότι θα της ξανά-επιτεθούν, έβαλε αλυσίδα στην πόρτα της. Οικογένειες μεταναστών προσπάθησαν να νοικιάσουν δωμάτια του σπιτιού της, αλλά εκείνη ήταν πάντοτε αρνητική. Τα χρήματα τέλειωσαν και πήγε να υποβάλει αίτηση για μείωση του συντελεστή. Η νεαρή υπάλληλος, την ρώτησε γιατί δεν νοικιάζει κάποιο από τα επτά δωμάτια και όταν εκείνη είπε ότι οι μόνοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να νοικιάσουν είναι οι νέγροι, το κορίτσι είπε, “η ρατσιστικές προκαταλήψεις δεν θα σας βοηθήσουν σε αυτή τη χώρα.” Έτσι πήγε στο σπίτι.

“Το τηλέφωνο είναι η σανίδα σωτηρίας της. Η οικογένειά της την βοηθάει όσο καλύτερα μπορεί. Φοβάται να βγει έξω. Τα παράθυρα είναι σπασμένα. Βρίσκει περιττώματα μπροστά στην πόρτα της. Όταν πηγαίνει στα μαγαζιά, την ακολουθούν παιδιά που της φωνάζουν και την κοροϊδεύουν. Δεν μπορούν να μιλήσουν αγγλικά, αλλά μόνο μια λέξη ξέρουν. «Ρατσίστρια». Όταν το νέο νομοσχέδιο για τις φυλετικές σχέσεις γίνει δεκτό, αυτή η γυναίκα είναι πεπεισμένη ότι θα πάει στη φυλακή. “

Η άλλη επικίνδυνη αυταπάτη συνοψίζεται στη λέξη «ένταξη» (ή «ενσωμάτωση») των μεταναστών. Το να ενσωματωθείς σε έναν πληθυσμό σημαίνει να μην ξεχωρίζεις από τα άλλα μέλη του.

Γιατί αυτά τα επικίνδυνα και διχαστικά στοιχεία της νομοθεσίας που προτείνονται στο νομοσχέδιο για τις φυλετικές σχέσεις είναι η ίδια η τροφή, που χρειάζονται για να ευδοκιμήσουν, τα μέσα που δείχνουν στις μεταναστευτικές κοινότητες, ότι μπορούν να οργανώσουν την εδραίωση των μελών τους, να κατατρομάξουν και να κυριαρχήσουν στους υπόλοιπους με τα νομικά όπλα που η άγνοια και η κακή πληροφόρηση παρέχει. Καθώς κοιτάζω μπροστά, είμαι γεμάτος με ένα προαίσθημα. Όπως ο Ρωμαίος, μου φαίνεται ότι βλέπω “τον ποταμό Τίβερη να αφρίζει με πολύ αίμα.”

Μόνο αποφασιστική και επείγουσα δράση θα το αποτρέψει. Το αν θα υπάρξει η λαϊκή απαίτηση για λήψη δράσης, δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι το να βλέπεις και να μη μιλάς, είναι μεγάλη προδοσία».


http://kalyteresmeres.wordpress.com/2013/02/03/ο-enoch-powell-και-οι-ποταμοί-αίματος/?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+wordpress%2FxoXh+(%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%82+%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%82)
avatar
Theseus

Αριθμός μηνυμάτων : 147
Ημερομηνία εγγραφής : 14/11/2012
Τόπος : Αθηνα

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ενωχ Παουελ

Δημοσίευση  Theseus Την / Το Παρ Φεβ 08, 2013 10:40 am

Για την ακριβεια απο εδω ειναι το πρωτοτυπο αρθρο: http://redskywarning.blogspot.gr/2012/02/enoch-powell.html
avatar
Theseus

Αριθμός μηνυμάτων : 147
Ημερομηνία εγγραφής : 14/11/2012
Τόπος : Αθηνα

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Ενωχ Παουελ

Δημοσίευση  Theseus Την / Το Κυρ Φεβ 10, 2013 2:55 am

Ολη η ομιλια για την μεταναστευση στα αγγλικα:

The supreme function of statesmanship is to provide against preventable evils. In seeking to do so, it encounters obstacles which are deeply rooted in human nature.

One is that by the very order of things such evils are not demonstrable until they have occurred: at each stage in their onset there is room for doubt and for dispute whether they be real or imaginary. By the same token, they attract little attention in comparison with current troubles, which are both indisputable and pressing: whence the besetting temptation of all politics to concern itself with the immediate present at the expense of the future.

Above all, people are disposed to mistake predicting troubles for causing troubles and even for desiring troubles: "If only," they love to think, "if only people wouldn't talk about it, it probably wouldn't happen."

Perhaps this habit goes back to the primitive belief that the word and the thing, the name and the object, are identical.

At all events, the discussion of future grave but, with effort now, avoidable evils is the most unpopular and at the same time the most necessary occupation for the politician. Those who knowingly shirk it deserve, and not infrequently receive, the curses of those who come after.

A week or two ago I fell into conversation with a constituent, a middle-aged, quite ordinary working man employed in one of our nationalised industries.

After a sentence or two about the weather, he suddenly said: "If I had the money to go, I wouldn't stay in this country." I made some deprecatory reply to the effect that even this government wouldn't last for ever; but he took no notice, and continued: "I have three children, all of them been through grammar school and two of them married now, with family. I shan't be satisfied till I have seen them all settled overseas. In this country in 15 or 20 years' time the black man will have the whip hand over the white man."

I can already hear the chorus of execration. How dare I say such a horrible thing? How dare I stir up trouble and inflame feelings by repeating such a conversation?

The answer is that I do not have the right not to do so. Here is a decent, ordinary fellow Englishman, who in broad daylight in my own town says to me, his Member of Parliament, that his country will not be worth living in for his children.

I simply do not have the right to shrug my shoulders and think about something else. What he is saying, thousands and hundreds of thousands are saying and thinking - not throughout Great Britain, perhaps, but in the areas that are already undergoing the total transformation to which there is no parallel in a thousand years of English history.

In 15 or 20 years, on present trends, there will be in this country three and a half million Commonwealth immigrants and their descendants. That is not my figure. That is the official figure given to parliament by the spokesman of the Registrar General's Office.

There is no comparable official figure for the year 2000, but it must be in the region of five to seven million, approximately one-tenth of the whole population, and approaching that of Greater London. Of course, it will not be evenly distributed from Margate to Aberystwyth and from Penzance to Aberdeen. Whole areas, towns and parts of towns across England will be occupied by sections of the immigrant and immigrant-descended population.

As time goes on, the proportion of this total who are immigrant descendants, those born in England, who arrived here by exactly the same route as the rest of us, will rapidly increase. Already by 1985 the native-born would constitute the majority. It is this fact which creates the extreme urgency of action now, of just that kind of action which is hardest for politicians to take, action where the difficulties lie in the present but the evils to be prevented or minimised lie several parliaments ahead.

The natural and rational first question with a nation confronted by such a prospect is to ask: "How can its dimensions be reduced?" Granted it be not wholly preventable, can it be limited, bearing in mind that numbers are of the essence: the significance and consequences of an alien element introduced into a country or population are profoundly different according to whether that element is 1 per cent or 10 per cent.

The answers to the simple and rational question are equally simple and rational: by stopping, or virtually stopping, further inflow, and by promoting the maximum outflow. Both answers are part of the official policy of the Conservative Party.

It almost passes belief that at this moment 20 or 30 additional immigrant children are arriving from overseas in Wolverhampton alone every week - and that means 15 or 20 additional families a decade or two hence. Those whom the gods wish to destroy, they first make mad. We must be mad, literally mad, as a nation to be permitting the annual inflow of some 50,000 dependants, who are for the most part the material of the future growth of the immigrant-descended population. It is like watching a nation busily engaged in heaping up its own funeral pyre. So insane are we that we actually permit unmarried persons to immigrate for the purpose of founding a family with spouses and fiancés whom they have never seen.

Let no one suppose that the flow of dependants will automatically tail off. On the contrary, even at the present admission rate of only 5,000 a year by voucher, there is sufficient for a further 25,000 dependants per annum ad infinitum, without taking into account the huge reservoir of existing relations in this country - and I am making no allowance at all for fraudulent entry. In these circumstances nothing will suffice but that the total inflow for settlement should be reduced at once to negligible proportions, and that the necessary legislative and administrative measures be taken without delay.

I stress the words "for settlement." This has nothing to do with the entry of Commonwealth citizens, any more than of aliens, into this country, for the purposes of study or of improving their qualifications, like (for instance) the Commonwealth doctors who, to the advantage of their own countries, have enabled our hospital service to be expanded faster than would otherwise have been possible. They are not, and never have been, immigrants.

I turn to re-emigration. If all immigration ended tomorrow, the rate of growth of the immigrant and immigrant-descended population would be substantially reduced, but the prospective size of this element in the population would still leave the basic character of the national danger unaffected. This can only be tackled while a considerable proportion of the total still comprises persons who entered this country during the last ten years or so.

Hence the urgency of implementing now the second element of the Conservative Party's policy: the encouragement of re-emigration.

Nobody can make an estimate of the numbers which, with generous assistance, would choose either to return to their countries of origin or to go to other countries anxious to receive the manpower and the skills they represent.

Nobody knows, because no such policy has yet been attempted. I can only say that, even at present, immigrants in my own constituency from time to time come to me, asking if I can find them assistance to return home. If such a policy were adopted and pursued with the determination which the gravity of the alternative justifies, the resultant outflow could appreciably alter the prospects.

The third element of the Conservative Party's policy is that all who are in this country as citizens should be equal before the law and that there shall be no discrimination or difference made between them by public authority. As Mr Heath has put it we will have no "first-class citizens" and "second-class citizens." This does not mean that the immigrant and his descendent should be elevated into a privileged or special class or that the citizen should be denied his right to discriminate in the management of his own affairs between one fellow-citizen and another or that he should be subjected to imposition as to his reasons and motive for behaving in one lawful manner rather than another.

There could be no grosser misconception of the realities than is entertained by those who vociferously demand legislation as they call it "against discrimination", whether they be leader-writers of the same kidney and sometimes on the same newspapers which year after year in the 1930s tried to blind this country to the rising peril which confronted it, or archbishops who live in palaces, faring delicately with the bedclothes pulled right up over their heads. They have got it exactly and diametrically wrong.

The discrimination and the deprivation, the sense of alarm and of resentment, lies not with the immigrant population but with those among whom they have come and are still coming.

This is why to enact legislation of the kind before parliament at this moment is to risk throwing a match on to gunpowder. The kindest thing that can be said about those who propose and support it is that they know not what they do.

Nothing is more misleading than comparison between the Commonwealth immigrant in Britain and the American Negro. The Negro population of the United States, which was already in existence before the United States became a nation, started literally as slaves and were later given the franchise and other rights of citizenship, to the exercise of which they have only gradually and still incompletely come. The Commonwealth immigrant came to Britain as a full citizen, to a country which knew no discrimination between one citizen and another, and he entered instantly into the possession of the rights of every citizen, from the vote to free treatment under the National Health Service.

Whatever drawbacks attended the immigrants arose not from the law or from public policy or from administration, but from those personal circumstances and accidents which cause, and always will cause, the fortunes and experience of one man to be different from another's.

But while, to the immigrant, entry to this country was admission to privileges and opportunities eagerly sought, the impact upon the existing population was very different. For reasons which they could not comprehend, and in pursuance of a decision by default, on which they were never consulted, they found themselves made strangers in their own country.

They found their wives unable to obtain hospital beds in childbirth, their children unable to obtain school places, their homes and neighbourhoods changed beyond recognition, their plans and prospects for the future defeated; at work they found that employers hesitated to apply to the immigrant worker the standards of discipline and competence required of the native-born worker; they began to hear, as time went by, more and more voices which told them that they were now the unwanted. They now learn that a one-way privilege is to be established by act of parliament; a law which cannot, and is not intended to, operate to protect them or redress their grievances is to be enacted to give the stranger, the disgruntled and the agent-provocateur the power to pillory them for their private actions.

In the hundreds upon hundreds of letters I received when I last spoke on this subject two or three months ago, there was one striking feature which was largely new and which I find ominous. All Members of Parliament are used to the typical anonymous correspondent; but what surprised and alarmed me was the high proportion of ordinary, decent, sensible people, writing a rational and often well-educated letter, who believed that they had to omit their address because it was dangerous to have committed themselves to paper to a Member of Parliament agreeing with the views I had expressed, and that they would risk penalties or reprisals if they were known to have done so. The sense of being a persecuted minority which is growing among ordinary English people in the areas of the country which are affected is something that those without direct experience can hardly imagine.

I am going to allow just one of those hundreds of people to speak for me:

“Eight years ago in a respectable street in Wolverhampton a house was sold to a Negro. Now only one white (a woman old-age pensioner) lives there. This is her story. She lost her husband and both her sons in the war. So she turned her seven-roomed house, her only asset, into a boarding house. She worked hard and did well, paid off her mortgage and began to put something by for her old age. Then the immigrants moved in. With growing fear, she saw one house after another taken over. The quiet street became a place of noise and confusion. Regretfully, her white tenants moved out.

“The day after the last one left, she was awakened at 7am by two Negroes who wanted to use her 'phone to contact their employer. When she refused, as she would have refused any stranger at such an hour, she was abused and feared she would have been attacked but for the chain on her door. Immigrant families have tried to rent rooms in her house, but she always refused. Her little store of money went, and after paying rates, she has less than £2 per week. “She went to apply for a rate reduction and was seen by a young girl, who on hearing she had a seven-roomed house, suggested she should let part of it. When she said the only people she could get were Negroes, the girl said, "Racial prejudice won't get you anywhere in this country." So she went home.

“The telephone is her lifeline. Her family pay the bill, and help her out as best they can. Immigrants have offered to buy her house - at a price which the prospective landlord would be able to recover from his tenants in weeks, or at most a few months. She is becoming afraid to go out. Windows are broken. She finds excreta pushed through her letter box. When she goes to the shops, she is followed by children, charming, wide-grinning piccaninnies. They cannot speak English, but one word they know. "Racialist," they chant. When the new Race Relations Bill is passed, this woman is convinced she will go to prison. And is she so wrong? I begin to wonder.”

The other dangerous delusion from which those who are wilfully or otherwise blind to realities suffer, is summed up in the word "integration." To be integrated into a population means to become for all practical purposes indistinguishable from its other members.

Now, at all times, where there are marked physical differences, especially of colour, integration is difficult though, over a period, not impossible. There are among the Commonwealth immigrants who have come to live here in the last fifteen years or so, many thousands whose wish and purpose is to be integrated and whose every thought and endeavour is bent in that direction.

But to imagine that such a thing enters the heads of a great and growing majority of immigrants and their descendants is a ludicrous misconception, and a dangerous one.

We are on the verge here of a change. Hitherto it has been force of circumstance and of background which has rendered the very idea of integration inaccessible to the greater part of the immigrant population - that they never conceived or intended such a thing, and that their numbers and physical concentration meant the pressures towards integration which normally bear upon any small minority did not operate.

Now we are seeing the growth of positive forces acting against integration, of vested interests in the preservation and sharpening of racial and religious differences, with a view to the exercise of actual domination, first over fellow-immigrants and then over the rest of the population. The cloud no bigger than a man's hand, that can so rapidly overcast the sky, has been visible recently in Wolverhampton and has shown signs of spreading quickly. The words I am about to use, verbatim as they appeared in the local press on 17 February, are not mine, but those of a Labour Member of Parliament who is a minister in the present government:

'The Sikh communities' campaign to maintain customs inappropriate in Britain is much to be regretted. Working in Britain, particularly in the public services, they should be prepared to accept the terms and conditions of their employment. To claim special communal rights (or should one say rites?) leads to a dangerous fragmentation within society. This communalism is a canker; whether practised by one colour or another it is to be strongly condemned.'

All credit to John Stonehouse for having had the insight to perceive that, and the courage to say it.

For these dangerous and divisive elements the legislation proposed in the Race Relations Bill is the very pabulum they need to flourish. Here is the means of showing that the immigrant communities can organise to consolidate their members, to agitate and campaign against their fellow citizens, and to overawe and dominate the rest with the legal weapons which the ignorant and the ill-informed have provided. As I look ahead, I am filled with foreboding; like the Roman, I seem to see "the River Tiber foaming with much blood."

That tragic and intractable phenomenon which we watch with horror on the other side of the Atlantic but which there is interwoven with the history and existence of the States itself, is coming upon us here by our own volition and our own neglect. Indeed, it has all but come. In numerical terms, it will be of American proportions long before the end of the century.

Only resolute and urgent action will avert it even now. Whether there will be the public will to demand and obtain that action, I do not know. All I know is that to see, and not to speak, would be the great betrayal.
avatar
Theseus

Αριθμός μηνυμάτων : 147
Ημερομηνία εγγραφής : 14/11/2012
Τόπος : Αθηνα

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης