Ελληνική Ιστορία 1940-49 .Ένα έθνος σε κρίση

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΝΩΛΕΑΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΚΕ:ΠΩΣ ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΔΑ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΝΩΛΕΑΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΚΕ:ΠΩΣ ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΔΑ

Δημοσίευση  ΤΑΥΓΕΤΗΣ Την / Το Παρ Ιουλ 13, 2012 10:47 am

Τον Αύγουστον του 1933 ειδοποιήθην από το κομμουνι- στικόν κόμμα να είμαι εις ορισμένην ώραν έτοιμος διά να ταξιδεύσω εις την Σοβιετικήν Ρωσίαν. Εις τα υπόστεγα του Τελωνείου Πειραιώς ήταν πλευρισμένο το σοβιετικό καράβι “Φραντς Μέριν”. Μία συντρόφισσα με παρέδωσε στον πλοίαρχο και τον μάγειρον, που επερίμεναν μακριά από το πλοίον στην προκυμαία. Μου έδωσαν να κρατώ στο χέρι ένα μπουκάλι ακριβό κρασί για να μοιάζω με ναύτην του πληρώματος που επιστρέφει. Ανέβηκα την πλούσια φωτισμέ¬νη σκάλα με κάποιο φόβο μήπως αναγνωρισθώ από τον αστυφύλακα και τον Έλληνα φρουρό ναύτη του Λιμε¬ναρχείου, που ελέγχουν τα διαβατήρια. Εγώ δεν είχα τίποτε να δείξω και θα έσπαζα το μπουκάλι μου στο κεφάλι του αστυφύλακα αν με ανεγνώριζε, για να εκδικηθώ. Αλλ’ οι φρουροί ευρίσκοντο στο καρρέ, έτρωγαν μαύρο χαβιάρι και έπιναν βότκα, και έτσι πέρασα σαν επίσημος νοικοκύρης. Με έκλεισαν σε μια καμπίνα όπου με έκπληξή μου ανεγνώρισα δυο γνωστούς μου συντρόφους. Τον Γιάννη Ιωαννίδη, ναυτεργάτη από την Πάτρα, και τον Παντελή Σίμο από την Θεσσαλονίκην. Την νύχτα, το βαπόρι έφυγε. Πήγαμε στη Γιάφα, από εκεί στο Πορτ Σάιδ, πήραμε και άλλους συντρόφους και κάμποσους Βουλγάρους φυγάδες δίπλα μας, και εφύγαμε για το Βόλο. Από εκεί περάσαμε στην Πόλη και είχαμε την ευκαιρία να βλέπουμε μέσα από τα φιλιστρίνια όλα τα μέρη που προσεγγίζαμε.
Εφθάσαμε στην Οδησσό ύστερα από 15θήμερο ταξίδι, διαρκώς κλεισμένοι μέσα στην καμπίνα. Κανείς από το πλήρωμα και τους επιβάτες δεν εγνώριζε την ύπαρξη του λαθραίου φορτίου, της Β' θέσεως. Η συνωμοτικότης των Μπολσεβίκων είναι ένα από τα πλέον αποτελεσματικά όπλα εξαπατήσεως του εχθρού, είναι ένα όπλο ύπουλο, που υποσκάπτει τας ρίζας των κρατών με τα οποία η Σοβιετική Ρωσία έχει καλάς σχέσεις. Με τον ίδιο τον ιδικό μου δρόμο συρρέουν κατ’ έτος, όπως είπα, στο σχολείον εκεί πάνω, 1500 κομμουνισταί από όλας τας χώρας της γης και από
όλας τας φυλάς, διά να εκπαιδευθούν, στρατιωτικώς, πολιτι- κώς και επαναστατικώς, με την θεωρίαν και την πράξη των Σοβιέτ. Λίγους μήνες ύστερα από την μετάβασή μου στη Μόσχα ο Στάλιν εδέχθη εις ακρόασιν τον Αμερικανό δημο¬σιογράφο Ουέλλς, στον οποίον εσκεμμένως εψεύδετο όταν του εδήλωνε ότι άλλο πράγμα είναι η Κομμουνιστική Διεθνής, και άλλο το Σοβιετικόν κράτος, το οποίον ουδόλως αναμιγνύεται εις τα ζητήματα ασφαλείας των άλλων κρατών. Το ψεύδος είναι σύστημα εις τον κομμουνισμό. Ένα ψεύδος που εφανάτισε εκατομμύρια ανθρώπων που έζησαν με ψευδαισθήσεις.
Αυτό το ψεύδος εκτύπησε σαν μαστίγιο το πρόσωπό μου μόλις πλευρίσαμε στην προκυμαία του Τελωνείου της Οδησσού. Βγήκαν πρώτα λίγοι επιβάτες, ύστερα το πλήρω¬μα και κατόπιν μας άνοιξε τις καμπίνες η περίφημη για τα εγκλήματά της Γκεπεού. Μπροστά στην προκυμαία περίμε- ναν λιμενεργάτες και λιμενεργάτριες για την εκφόρτωση. Είδα τα πρόσωπά τους ωχρά, κορμιά καχεκτικά, βασανισμέ¬να. Ανάμεσά τους ξεχώρισα δυο εργάτριες ξεμπρατσιασμέ- νες, με μισοπεταμένα τα στήθη τους, κατάμαυρα, συχαμερά από τη σκόνη και την μουντζούρα του αμπαριού. Τα ρούχα τους ήσαν κουρέλια και οι περισσότεροι ξυπόλητοι. Τα έχασα. Νόμισα πως βρισκόμουν σε καμμιά αγγλική αποικία, όπου η απληστία των ευγενών λόρδων μεταβάλλει εις χρυσόν το αίμα των σκλάβων που “εκπολιτίζει”. Έφθασα ζαλισμένος στη στάση του τραμ και περιεργαζόμουν άπλη¬στα ό,τι έβλεπα. Τα σπίτια παρουσίαζαν μια όψη εγκαταλε- λειμμένης πόλεως, μια όψη καταστροφής. Κατάμαυρα, απεριποίητα και αραιά-αραιά έβλεπες να ξεπροβάλλει μέσα από τα σπασμένα τζάμια των σπιτιών λίγο πράσινο, από κάποια γλάστρα. Μέσα στο τραμ μπήκαν δύο ζητιάνοι, μεσόκοποι άνδρες, που άπλωσαν ικευτικά τα χέρια τους επάνω μας.
Το ντύσιμό μας, απλό ελληνικό, ξεχώριζε ανάμεσα στα ακαλαίσθητα και πρόστυχα ρούχα, σαν λινάτσες των Ρώσων και προσελκύσαμε τα βλέμματα όλων. Μας οδήγησαν εις ένα ξενοδοχείον πλησίον της Όπερας. Ένα δωμάτιο ευρύχωρο εκεί μέσα εχρησιμοποιείτο για την κατασκοπεία των ξένων από την Γκεπεού, η οποία κατασκοπεύει τους πάντας. Έμεινα μίαν ημέραν στην Οδησσό. Το εζήτησα μόνος για να γνωρίσω την πόλιν. Αυτό όμως μου απηγορεύθη. Η απαγό- ρευσις αυτή έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι μου. Με απεμόνωσαν σε μια βίλλα ανατολικώς της Οδησσού, μαζί με δυο Βουλγάρους συνταξιδιώτες και το απόγευμα της επομέ¬νης ημέρας μας επετράπη να βγούμε να κολυμπήσουμε.
Ούτε αυτό όμως το κατορθώσαμε, γιατί πήγαμε λίγο μακρύτερα και βρεθήκαμε αντιμέτωποι φρουράς ναυτών, η οποία μας έδεσε και μας οδήγησε και πάλιν εις το σπίτι. Εκεί πληροφορηθήκαμε ότι παραπλεύρως υφίστατο η ναυτοφυ¬λακή, στην οποία το πλησίασμα απηγορεύετο σε ακτίνα 200 μέτρων. Το βράδυ εκείνο ούτε έφαγα, ούτε κοιμήθηκα. Το πρωί μας ειδοποίησαν ότι εξευρέθησαν εισιτήρια για τη Μόσχα. Μας παρέδωσαν εις τον συνοδόν ενός βαγονιού τρίτης θέσεως και σε λίγο ξεκινήσαμε για τη Μόσχα, εφοδιασμένοι ο καθένας με ένα κιλό ψωμί μαύρο σαν πίσσα από σίκαλιν και από μίαν κονσέρβαν κρέατος. Οι συνταξιδιώ- ται μας Ρώσοι και Ρωσίδες μας περιεκύκλωσάν από την πρώτην στιγμήν και μας περιεργάζοντο. Έπιαναν τα ρούχα μας και εθαύμαζαν την ποιότητα και το κομψό (ο Θεός να το έκανε) ντύσιμό μας, έσκυβαν και περιεργάζοντο τα υποδήμα¬τά μας, τις κάλτσες μας, τα κουμπιά, το πουκάμισο, το πορτοφόλι και χωρίς αμφιβολία μας εζήλευαν. Μας φόρτω¬σαν διευθύνσεις και συνηγωνίζοντο άνδρες και γυναίκες να αποσπάσουν την υπόσχεσή μας να τους επισκεφθούμε στη Μόσχα.
Διασχίζαμε τις απέραντες στέππες της Ουκρανίας, στις
οποίες συνεχίζετο το θέρισμα. Μάταια προσπαθούσα να ανακαλύψω την περιλάλητη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση. Τα χωρία ήσαν κατά το πλείστον μία σειρά από άθλιες καλύβες, σκεπασμένες με άχυρα, και η στέγη τους έφθανε ώς τη γη. Αναρωτιόμουν έχουν ή δεν έχουν ένα σχολικό, τουλάχιστον, κτήριο. Δεν έβλεπα τίποτε που να μ’ ενθουσιάσει. Μοναδικήν εξαίρεσιν αποτελούσαν οι εκκλησίες φτιαγμένες από πέτρα με υψηλούς τρούλλους πολύχρωμους και οι οποίες είχαν μετατραπεί σε στάβλους ή αποθήκες. Έβλεπα τους μουζί¬κους, τους θλιβερούς χαχόλους της Ουκρανίας, που διατυ¬μπανίζει ο μπολσεβικισμός ότι έσωσε από την εκμετάλλευση των τσιφλικάδων του Τσάρου, να θερίζουν με το πρωτόγονο δρεπάνι και μαζί τους στρατιές κοριτσιών και γυναικών, ασχημομούρες, με ανασηκωμένη τη μύτη. Στους σταθμούς κατέβαινα και τους παρατηρούσα προσεκτικά. Ήσαν οι παρίες του σοσιαλισμού. Βρωμούσαν από την απλυσιά σαν αυγοτάραχο, αξύριστοι βδομάδες, με μαλλιά ακτένιστα και άκοπα επί μήνες. Το θέμα αυτό του νέου σοσιαλιστικού πολιτισμού ήταν τραγικό, απαίσιο, κτηνώδες. Μάταια προ¬σπαθήσαμε οι τρεις ξένοι να αγοράσομε λίγα σιγαρέττα. Πουθενά δεν υπήρχε τίποτε. Στους σταθμούς δεν επωλείτο τίποτε. Μας είπαν να περιμένουμε, όσο να φθάσομε στο Κίεβο. Ούτε όμως στο Κίεβο βρήκαμε. Πράγμα φοβερό. Σήμερα στην Ελλάδα οι ανάγκες του επισιτισμού είναι τεράστιες και η έλλειψις ειδών διατροφής αρκετά σημαντική στις πόλεις. Οι ελλείψεις μας αυτές εδώ δεν είναι τίποτε, συγκρινόμενες με την Ρωσίαν και έπρεπε να γνώριζε κανείς τι θα πει έλλειψις στη Ρωσία των Σοβιέτ τα χρόνια τα προπολεμικά, που παντού στον κόσμο ήσαν πλημμυρισμένα τα καταστήματα, με είδη ιματισμού και διατροφής, για να καταλάβει τι θα πει έλλειψις. Γύρισα μισή ώρα μέσα στο Κίεβο και δεν βρήκα ούτε ένα κατάστημα, ούτε ένα περίπτερο. Όλα τα πράγματα τότε παρείχοντο με δελτίο. Οι χωρικοί είχαν μείνει οι απόκληροι της ζωής. Γ Γ αυτούς δεν
υφίσταται δελτίον. Γι’ αυτό η γύμνια, η πείνα, η ψείρα, είχαν γίνει μάστιγα φοβερή και αθεράπευτη. Γι’ αυτό παρουσίαζαν θέαμα θλιβερό στην όψη τους.

ΤΑΥΓΕΤΗΣ

Αριθμός μηνυμάτων : 3308
Ημερομηνία εγγραφής : 25/01/2010

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΝΩΛΕΑΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΚΕ:ΠΩΣ ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΔΑ

Δημοσίευση  ΤΑΥΓΕΤΗΣ Την / Το Παρ Ιουλ 13, 2012 10:48 am

Ύστερα από τριάντα εξ ωρών ταξίδι εφθάσαμε στη Μόσχα κατάκοποι. Είχαμε κοπεί στο σκληρό σανίδι. Πλάι μας όμως υπήρχε πρώτη και δευτέρα θέσις, με βελουδένια μαλακά καθίσματα. Αλλά αυτά ήσαν για την νέα αριστοκρα¬τία, που έμελλε να γνωρίσω: Την κομμουνιστική αριστοκρα¬τία. Στη Μόσχα μας παρέλαβε αντιπρόσωπος της Κόμιντερν. Καθίσαμε υπό βροχήν στην ουρά της στάσεως του τραμ και απογοητευμένοι και βρεγμένοι φτάσαμε στο μέγαρο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με οδήγησαν στο ελληνικό τμήμα, όπου με εδέχθη ο Έλλην γραμματεύς του, Ορφέας Οικονομί- δης, πρώην φοιτητής, από τη Μυτιλήνη, ο οποίος απεκήρυξε τον κομμουνισμό και ζει ελεύθερος στην Αθήνα. Αυτός με οδήγησε εις το σχολείον και με συνέδεσε με τον διευθυντήν.
Βρέθηκα μπροστά σ’ ένα μωσαϊκό γλωσσών και εθνοτή¬των. Κάθε εθνότης συγκροτεί ιδιαίτερον τμήμα και διδάσκε¬ται εις την εθνικήν του γλώσσαν. Οι κοιτώνες είναι ανάμικτοι. Σωστός στρατωνισμός. Εκεί έλαβα ένα μάθημα συνωμοτικό- τητος. Μου εδηλώθη ότι θα πάρω ρωσικόν όνομα και εβαπτίσθην Γιουνκώφ Παβλίκ. Αυστηρά απαγορεύεται να γνωσθεί το πραγματικό σου όνομα. Ούτε οι Έλληνες μαθηταί εγνωρίζοντο μεταξύ των και αν δεν εγνώριζα, δεν θα εμάνθανα ποτέ τα ονόματά των. Μου είπαν ακόμη: “Απαγο¬ρεύεται να συνάψεις σχέσεις με Ρώσους και με Ρωσίδες. Απαγορεύεται να μιλάς ακόμη και με οιονδήποτε άνθρωπον έξω της σχολής. Απαγορεύεται να μπεις σε σπίτια Ρώσων. Απαγορεύεται, αν συναντήσεις κάποιον Έλληνα γνωστόν

σου, να του μιλήσεις και αν ακούσεις να μιλούν ελληνικά ντόπιοι Ελληνορρώσοι, ν’ αποφύγεις να μάθουν ότι ξέρεις ελληνικά”.
Η ρώτησα διατί όλα αυτά; Μου απάντησαν ότι διάφοροι μαθηταί έκαμαν σχέσεις εις το παρελθόν, και τους εμέθυσαν και τους έγδυσαν, ότι τους πήραν φωτογραφίας πράκτορες των πρεσβειών και της Ιντέλλιτζενς Σέρβις και όταν επέστρε¬ψαν στην πατρίδα τους, συνελήφθησαν και εδολοφονήθησαν από την αστυνομίαν. Για τους λόγους αυτούς μου είπαν “πρέπει να βγάλεις και τα ρούχα σου και να τ’ αντικαταστή¬σεις με ρωσικά για να μη χτυπάει στα μάτια η ξενική φορεσιά σου”. Ήμουν δέσμιος, μου έβαζαν και φίμωτρο και καφάσια στα μάτια για να μη μάθω ποια είναι η ολόγυρά μου πραγματικότης, η οποία εφώναζε με τα ράκη των χωρικών που είδα στο ταξίδι μου, η οποία εφώναζε με τις στρατιές των αλητόπαιδων στους σταθμούς και στους δρόμους, η οποία εφώναζε με τις ουρές στους σταθμούς και τα τραμ, και με τις ουρές στις αποθήκες που εμοιράζοντο τα διάφορα είδη με τα δελτία. Επάγωσε το αίμα μου. Μία φρίκη διαπερνούσε τις φλέβες μου, από δίκαιη αγανάκτηση. Με επερίμεναν σκληρές δοκιμασίες και εμελετούσα το σχέδιο μιας ουχί άνευ συνεπειών διαμαρτυρίας μου.
Μία ομάς Φινλανδών, Τσέχων και Γάλλων με πήρε για να μου δείξει το πάρκο του πολιτισμού και της αναπαύσεως, ονόματι “Γκόρκυ”, το καύχημα της Μόσχας. Κοίταζα να ιδώ κάπου καταστήματα. Δεν υπήρχεν ούτε ένα. Οι δρόμοι ήσαν πλημμυρισμένοι από διαβάτες. Τα σπίτια ήσαν κατάκλειστα. Ήμουν περίεργος να ιδώ αν είχαν έπιπλα ή ήσαν τα κρεββάτια το ένα κολλητά στο άλλο, όπως σε μας στο σχολείο. Με σκουντούσαν απρόσεχτα οι Ρώσοι ή μάλλον το μωσαϊκό των κατοίκων της Μόσχας ντυμένοι με τα πιο διαφορετικά κοστούμια. Καυκάσιοι με το μαύρο πουκάμισο που το ζώνουν στη μέση σφικτά. Ρώσοι με το κεντητό

πουκάμισο, Ατζερμπαϊτζάνοι με πελώρια σαρίκια στο κεφάλι και άσπρες λερές νυχπκές όπως στην Αβησσυνία, άλλοι με υποδήματα μακρυά, άλλοι με διπλωμένα πόδια με πανιά, γυναίκες με πολύχρωμες τσεμπέρες όπου ξεχώριζε το κίτρινο, γυναίκες που στην πλειοψηφία τους έμοιαζαν με άνδρες με λερά ρούχα από τις μουντζούρες της μηχανής και του καρβούνου, ακριβώς όπως οι μηχανικοί και οι θερμαστές μας στη δουλειά τους.
Φθάσαμε στο Πάρκο. Πληρώσαμε μισό ρούβλι ο καθέ¬νας και μπήκαμε. Είναι όπως το Ζάππειο ή ο Βασιλικός Κήπος της Αθήνας. Έχει συντριβάνια και διάφορα παιγνίδια όπου χρειάζονται αναμονή μιας ή δύο ωρών στην ουρά για να πάρεις μία βάρκα και να συριανίσεις το Μόσχοβα, είτε για να ιδείς τους καθρέφτας του γέλιου, είτε για να καθίσεις σ’ ένα καλάθι που περιστρέφεται, είτε για να κάνεις κούνια. Τουλάχιστον εκατόν χιλιάδες άνθρωποι πατείς με πατώ σε διέτρεχαν το πάρκο, χάζευαν στα παιχνίδια και άκουγαν τα μεγάφωνα του ραδιοφώνου, τα οποία διακόπτουν αμέσως και μεταδίδουν προπαγανδιστικούς λόγους. Ένα κομμάτι μουσικής κι ένα λόγο. Ήμουν σαστισμένος και τα αυτιά μου βούιζαν, τα γόνατά μου παρέλυαν και δεν υπήρχε ένα κάθισμα να ξεκουραστώ. Μια έμμονη ιδέα με είχε καταλάβει να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα μας και να φωνάξω δυνατά τι είδα. Ήταν όμως αδύνατον. Εχρειάζετο υπομονή. Υπομονή.
Από εκεί μας έδιωξε η βροχή. Ξαναγύρισα με την παρέα στο σπίτι την ώραν του φαγητού. Εστάθηκα μισή ώρα στην ουρά των φοιτητών και πήρα στα χέρια μου ένα πιάτο σούπα μπορς και ένα πιάτο κρέας με λάχανα. Εκάθησα στο τραπέζι και άρχισα να τρώγω. Το μπορς ήταν ξυνό, άνοστο και χωρίς βούτυρο. Το κρέας βρωμούσε φοβερά και δεν τρωγότανε. Το ψωμί από σίκαλη, μαύρο σαν πίσσα και ξυνό. Θα έπασχα πολύ όσο να συνηθίσω, έτσι μου έλεγαν οι Έλληνες συμμαθηταί μου, είκοσι περίπου τον αριθμόν. Νηστικός πήγα
και άλλαξα τα ρούχα μου. Μου έδωσαν ένα κοστούμι με κοντό πανταλόνι λίγο πιο κάτω από τα γόνατα. Πουκάμισα μπλε σκληρά. Πετσέτες από κάμποτ. Αντί φανέλλας, που δεν υπήρχε, έπρεπε να φορώ ένα δεύτερο πουκάμισο. Αυτή ήτανε η πρώτη μου σοσιαλιστική μεταμόρφωσις. Έγινα μια καρικατούρα στην εμφάνιση και άρχιζε νέα περίοδο πείνας, που δεν μου ήτανε άγνωστη. Από τότε είχα πάψει να είμαι κομμουνιστής. Ο πέπλος της Σοβιετικής θεότητος είχε σχιστεί και η κόκκινη νεφέλη μέσα από την οποίαν έβλεπα από την Ελλάδα τον Σοβιετικό παράδεισο, είχε διαλυθεί. Το δράμα μου ήτανε φοβερό. Το κεφάλι μου έκαιγε ζαλισμένο. Η κομμουνιστική μου θεότης είχε γκρεμιστεί από το βάθρο της.
ΑΥΡΙΟΝ: Τα πρώτα μαθήματα. Το κοράνιο του Μαρξι¬σμού. Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα, θρησκεία και οικογέ¬νεια. Η πιο αδυσώπητος κεφαλαιοκρατική τυραννία είναι ο κομμουνισμός.

ΤΑΥΓΕΤΗΣ

Αριθμός μηνυμάτων : 3308
Ημερομηνία εγγραφής : 25/01/2010

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΝΩΛΕΑΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΚΕ:ΠΩΣ ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΔΑ

Δημοσίευση  ΤΑΥΓΕΤΗΣ Την / Το Παρ Ιουλ 13, 2012 10:49 am

Λίγες μέρες ακόμη της Διεθνούς Λενινιστικής Σχολής. Έπρεπε να μάθω το “Κοράνιον” του κομμουνισμού, όπως ετροποποιήθη από τον Στάλιν. Η σάλλα μας η ελληνική ήταν διακοσμημένη, όπως όλες με μεγάλα πανώ και κτυπητά συνθήματα και με πελώριες εικόνες και αγάλματα του Λένιν, του Στάλιν, Μάρξ και του Ένγκελς. Το σχολικόν πρόγραμμα περιελάμβανε: την ιστορία του μπολσεβικισμού, την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την μαρξιστική πολιτική οικο¬νομία, την ιστορία του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, συνδικαλιστικά μαθήματα, την παράνομη τυπογραφία, την σοβιετική οικονομία, με πρακτική μελέτη και παρακολούθηση σε δέκα εργοστάσια της Μόσχας. Μετά ταύτα εκπαίδευσις εις την αγροτική σοβιετική οικονομία, με μετάβασιν εις Ουκρανίαν και μελέτας εις μεγάλα εργοστάσια και εις σειράν κολχόζ της περιοχής του Δνειπεροπετρόβσκ, και τελευταία δε την στρατιωτική εκπαίδευση.
Το τελευταίο αυτό μάθημα μας μετέτρεψε εις επισή¬μους κατασκόπους της πατρίδος μας, διότι εκτός από την άσκησιν εις όλα τα όπλα, πολυβόλα και τα άρματα, έπρεπε να καταστρώσομεν ένα σχέδιον επαναστάσεως εις την Ελλάδα, το οποίον έπρεπε να γίνει με βάσιν τας υπαρχούσας στρατιωτικός μας δυνάμεις και εγκαταστάσεις μας. Και πράγματι, το σοβιετικόν επιτελείον ελάμβανε κάθε χρόνο απ’ όλας τας ομάδας που εξεπαιδεύθησαν εκεί, ένα λεπτομερές σχέδιον των στρατιωτικών δυνάμεων όλων των χωρών. Εμείς αρχίσαμε από την Αθήνα. Ένας λεπτομερής τοπογραφικός χάρτης παρίστανε με κόκκινα στίγματα τα αστυνομικά καταστήματα, τους στρατώνας, τας στρατιωτικός σχολάς, τα υπουργεία, τας αποθήκας υλικού κλπ. Ένας στρατηγός Ρώσος κι ένας δικός μας σύντροφος μας ανέλυσαν εις σειράν μαθημάτων με ποία μέσα και με ποίας δυνάμεις θα ηδυνάμεθα να κατισχύσομεν κατά την κήρυξιν κομμουνιστι¬κής επαναστάσεως. Όταν εγώ κάποια φορά έθεσα το ερώτημα πώς θα μπορούσαμεν να εξουδετερώσομε τα άρματα μάχης, εάν δεν είχαμε τας δυνάμεις να τα καταστρέ- ψομεν με εσωτερικόν ιδικόν μας σύντροφον, έλαβα την εξής απάντησιν: “Σε τέτοιες στιγμές πρέπει να μη υπολογίζομεν τις θυσίες. Θα ανατινάξομεν τα σπίτια που περιβάλλουν τον σταθμόν των αρμάτων μάχης διά να γίνει αδύνατον να διαβούν τον σωρόν των ερειπίων”.
Υπάρχει μία συγγένεια ανάμεσα στους αυτολεγόμενους ελευθερωτάς του ανθρωπίνου γένους. Ο Ντιντερό, ο δημο¬κρατικός επαναστάτης της Γαλλίας, ήθελε τον βρόγχον του βασιλέως Λουδοβίκου φτιαγμένον από τα έντερα ενός παπά. Ο συνάδελφός του (ο φίλος του λαού) Μαρά εκαρατόμησε τόσους πολλούς, ώστε να αμβλυνθεί η λεπίς της λαιμητό¬μου. Η συγγένεια αυτή συνίσταται εις την διά παντός τρόπου
εξόντωσιν του εχθρού. Η νίκη διά να έλθει χρειάζεται να πλεύσει εις ποταμούς αίματος διά τους κομμουνιστάς. Η τύψις της συνειδήσεως των μαθητών συνετελείτο καθημερι¬νώς με τα μαθήματά μας. Εις το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” του Μαρξ διαβάζουμε ότι οι εργάται δεν έχουν πατρίδα. Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να τους πάρει αυτό που δεν έχουν. Αυτά γράφει ο Μαρξ. Η θρησκεία, γράφει το ίδιο βιβλίο, που είναι και το ευαγγέλιο του κομμουνισμού, είναι το όπιον του λαού. Η οικογένεια είναι υποκρισία αστική. Οι κομμουνισταί δεν έχουν ανάγκη να επιβάλουν κοινοκτημοσύνη των γυναι¬κών. Αυτή υπήρξε σχεδόν πάντοτε. Το πολύ μπορούν να κατηγορηθούν ότι θέλουν να επισημοποιήσουν και να κά¬μουν φανερή αυτή την κοινοκτημοσύνη των γυναικών που είναι υποκριτική και κρυφή έως τώρα. Αυτή είναι η κομμουνι¬στική κοσμοθεωρία, συνδυασμένη με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της ατομικής πρωτοβουλίας και μετατροπή όλων των ανθρώπων εις υποζύγια, εις κοπάδια εργαζόμενα εις υποχρεωτικά έργα. Αυτός είναι ο ρωσικός κολλεκτιβισμός και σοσιαλισμός.
Θα ήταν πολύ ανεπιτυχές να εισέλθω εις μίαν κριτικήν της θεωρίας του κομμουνισμού με ένα σύντομον άρθρον. Αυτό χρειάζεται να γίνει μ’ ένα βιβλίο. ΓΓ αυτό έδωσα σύντομα τα στοιχεία της κοσμοθεωρίας αυτής χονδροκομμέ- να και ωμά όπως είναι εις την ρωσικήν πραγματικότητα. Για τούτο θα συνεχίσω περιγραφικά τις εντυπώσεις μου με ονομασίες και συγκεκριμένα στοιχεία. Μετά πάροδον είκοσι ημερών μαθημάτων έκαμα την πρώτην γνωριμίαν με την σοσιαλιστικήν πράξιν. Επήγαμε να μελετήσομεν την οργάνω¬ση της σοβιετικής παραγωγής εις το εργοστάσιον Σβέρτλοβ. Είναι ένα πελώριον εργοστάσιον με 5.000 εργάτες, κατά το πλείστον γυναίκες. Είναι βαφείον. Χρωματίζει τα υφάσματα και έχει και τμήμα εμπριμέ. Θα περιγράφω πώς λειτουργεί. Ποίος το διευθύνει, και ποίες είναι οι απολαβές των εργατών. Η διεύθυνσις είναι τόσο πολύπλοκη ώστε να χάνεσαι σαν σε λαβύρινθο. Τα σοβιετικά εργοστάσια διευθύνονται από τον γραμματέα του κομμουνιστικού πυρήνος του εργοστασίου. Το υπουργείον της Βιομηχανίας διορίζει ένα τεχνικόν διευθυ¬ντήν, ο δε κομμουνιστικός πυρήν υποδεικνύει ένα αντιπρό¬σωπον του σωματείου εργατών του δεδομένου εργοστασίου. Αυτοί οι τρεις ονομάζονται τρίγωνον με αρχηγόν τον πυρηνάρχην. Έτσι εξαπατώνται οι εργάται να νομίζουν ότι έχουν και αυτοί ένα αντιπρόσωπόν των. Κάθε εργοστάσιον έχει μίαν εξάρτησιν από το υπουργείον Βιομηχανίας, αλλά και μίαν σχετικήν ανεξαρτησίαν διότι υποχρεούται να αντα- ποκρίνεται εις τα έσοδα του ταμείου προς τα έξοδα και να πραγματοποιεί και κέρδη σημαντικά.
Η υπεραξία, το άγος του καπιταλισμού, υφίσταται με το παραπάνω εις το σοβιετικόν σύστημα. Η εργασία κατ’ αποκοπήν, το άλλο άγος του καπιταλισμού, είναι θεσμός διά τα σοβιέτ και εκδιώκεται εκ της εργασίας ο εργάτης εκείνος που δεν παράγει ό,τι του έχει καθορισθεί. Το χρήμα, το άγος της κοινωνίας, είναι το μέσον πληρωμής της εργασίας εκεί. Το πρόστιμον, η μάστιγξ του κεφαλαίου, είναι και εκεί το μέσον συμμορφώσεως διά κάθε ανυπακοήν, αταξίαν και απροσεξίαν. Η διαφορά των μισθών, δηλαδή η ανισότης του καπιταλισμού, είναι πολύ μεγαλύτερη εις την σοβιετικήν παραγωγήν, παρά στον καπιταλισμό. Το σύστημα Ταίηλορ, το άγος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, είναι διά τους μπολσεβίκους, η αγαπημένη μέθοδος εντατικοποιήσεως της εργασίας. Η απόλυσις εκ της εργασίας δι’ αργοπορίαν δέκα λεπτών, είναι μονοπώλιον του ρωσικού κρατικού καπιταλι¬σμού, των Σοβιέτ. Η καθυστέρησις της πληρωμής επί πολλές εβδομάδες ίδιον των απλήστων εργατών, είναι γνώρισμα του ρωσικού κρατικού καπιταλισμού. Ο εξευτελισμός του ατόμου διά καρικατούρας, εις την εφημερίδα του τοίχου των εργοστασίων, είναι εφεύρεσις του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Η εγγραφή εις τον μαύρον πίνακα, παντός μη παράγοντος εξαιρετικήν ποσότητα είναι η αγρία φοβέρα της σοσιαλιστι¬
κής αλληλεγγύης.
Έχουμε εδώ, όπως βλέπουμε, και άγνωστα πράγματα στον αδυσώπητο καπιταλισμό. Τα Σουμπσότνικ. Δηλαδή τα Σάββατα. Τα Σάββατα αυτά, είναι οι υποχρεωτικές αγγαρείες εις έργα κρατικά, κυρίως πολεμικά, είτε εις έργα εργοστα¬σιακά αν τυχόν το δεδομένον εργοστάσιον δεν εκπληρώνει το σχέδιον παραγωγής. Τα Σουμπσότνικ αυτά (ολοήμερος εργασία), αφαιρούν επί σειράν μηνών συνήθως, τας πέντε ημέρας αναπαύσεως κατά μήνα που διετυμπανίζετο ότι απολαμβάνουν οι Ρώσοι εργάται διά λόγους προπαγανδιστι¬κούς. Αυτό είναι το άγος της σοσιαλιστικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως των προλεταρίων. Αλλά και για ποιο να πρωτομιλήσω, για το άγος της νυκτερινής εργασίας, της απλήρωτης υπερωρίας, των ύβρεων της ελλείψεως μέσων προφυλάξεως των εργαζομένων, των ανθυγιεινών όρων; Αυτά ήσαν οι κύριες παρατηρήσεις που έκαμα στο εργοστά¬σιο της Σβέρτλοβ. Είδα στα υπόγειά του μεγάλες δεξαμενές με καυτό νερό, μέσα στις οποίες εχύνοντο οι μπογιές και τις ανακάτευαν με μεγάλα ξύλα οι εργάτριες. Δυστυχισμένα ωχρά θύματα του σοσιαλισμού. Φάσματα ανθρώπινα βρεγμέ¬να από τους ατμούς ώς το κόκκαλο. Εις παρατήρησίν μας διά τον αερισμόν των υπογείων, μας εδηλώθη ότι αυτό θα γίνει. Οι εργάτριες αντικαθίστανται κατά τρίμηνον, μας είπαν, γιατί παθαίνουν ρευματισμούς. Αυτό όμως δεν μπο¬ρούσα να το ελέγξω, αλλ’ ούτε και το επίστευσα. Είναι όμως βέβαιο ότι μένουν εκεί μέσα έως ότου γίνουν ανθρώπινα ράκη.

ΤΑΥΓΕΤΗΣ

Αριθμός μηνυμάτων : 3308
Ημερομηνία εγγραφής : 25/01/2010

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΝΩΛΕΑΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΚΚΕ:ΠΩΣ ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΔΑ

Δημοσίευση  Επισκέπτης Την / Το Παρ Ιουλ 13, 2012 2:36 pm

που το βρήκες αυτό ρε αρχηγέ Shocked

Επισκέπτης
Επισκέπτης


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης